Ακούμε συχνά γύρω μας για όρια, κανόνες, τιμωρίες και περιορισμούς. Τι πραγματικά έχει σημασία όμως στη διαπαιδαγώγηση των παιδιών; Πότε και πώς ένα παιδί νιώθει πραγματικά ασφαλές, άνετο να κάνει λάθος χωρίς να κριθεί, έτοιμο να μάθει και να προσπαθήσει εκ νέου; Τα όρια τελικά πόσο βοηθητικά μπορούν να γίνουν ως προς τα παιδιά; Θα δούμε μαζί την αξία των ορίων καθώς και τη σπουδαιότητα της συμβουλευτικής υποστήριξης των γονέων ώστε όλα να γίνονται με αρμονία και στοχοθεσία!
Η σημασία της οριοθέτησης στη σχέση γονέα-παιδιού και ο ρόλος της συμβουλευτικής γονέων.
Η οριοθέτηση αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κομμάτια της γονεϊκής σχέσης, αλλά ταυτόχρονα και ένα από εκείνα που συχνά δυσκολεύουν περισσότερο τους γονείς. Πότε πρέπει να πούμε «όχι»; Πόσο αυστηροί χρειάζεται να είμαστε; Και τελικά, μπορεί ένα όριο να μπει χωρίς να διαταραχθεί η σχέση μας με το παιδί;
Από ψυχολογική σκοπιά, τα όρια δεν είναι απέναντι στη σχέση, είναι μέρος της σχέσης. Το παιδί χρειάζεται έναν ενήλικα που θα μπορεί να το ακούει και να αναγνωρίζει τα συναισθήματά του, αλλά ταυτόχρονα να του προσφέρει ένα σταθερό και ασφαλές πλαίσιο μέσα στο οποίο θα μπορεί να μεγαλώνει. Ένα όριο δεν έχει ως στόχο να ελέγξει το παιδί ούτε να τιμωρήσει μια ανεπιθύμητη συμπεριφορά. Στόχος του είναι να βοηθήσει το παιδί να κατανοήσει σταδιακά την αυτορρύθμιση. Για να είναι αποτελεσματικό, χρειάζεται να είναι σαφές, σταθερό, ρεαλιστικό και ανάλογο με την ηλικία και τις δυνατότητες του παιδιού. Παράλληλα, είναι σημαντικό να υπάρχει συνέπεια από την πλευρά των γονέων. Όταν οι κανόνες αλλάζουν διαρκώς ή όταν ένα «όχι» μετατρέπεται εύκολα σε «ναι» μετά από έντονη αντίδραση, το παιδί δυσκολεύεται να κατανοήσει το πλαίσιο και να προβλέψει τι αναμένεται από εκείνο.
Η οριοθέτηση, όμως, δεν σημαίνει ότι περιορίζουμε το συναίσθημα. Το παιδί μπορεί να θυμώνει, να απογοητεύεται, να διαφωνεί ή να στενοχωριέται. Αυτό που χρειάζεται να οριοθετείται είναι η συμπεριφορά που εκδηλώνεται μέσα από αυτά τα συναισθήματα. Με αυτόν τον τρόπο, το παιδί λαμβάνει ταυτόχρονα δύο σημαντικά μηνύματα: «Το συναίσθημά μου χωράει» και «Υπάρχουν όρια στον τρόπο που το εκφράζω». Μέσα από τη σταθερή και υποστηρικτική οριοθέτηση, το παιδί αναπτύσσει αυτοέλεγχο, υπευθυνότητα, ανοχή στη ματαίωση και σεβασμό προς τους άλλους. Παράλληλα, αποκτά μεγαλύτερη αίσθηση ασφάλειας, καθώς γνωρίζει τι μπορεί να περιμένει από το περιβάλλον του. Και κάπου εδώ αξίζει να κοιτάξουμε λίγο πέρα από τη συμπεριφορά του παιδιού. Στη συστημική προσέγγιση, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για τη συμπεριφορά του παιδιού χωρίς να δούμε και το πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτή εμφανίζεται. Το παιδί αποτελεί μέρος ενός οικογενειακού συστήματος και επηρεάζεται από τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούν τα μέλη του, από τις προσδοκίες, τις δυσκολίες, τις αλλαγές και τις σχέσεις που υπάρχουν μέσα στην οικογένεια. Γι’ αυτό και πίσω από μια δυσκολία στην οριοθέτηση μπορεί να βρίσκονται πολλά διαφορετικά πράγματα: ένας γονιός που έχει εξαντληθεί, δύο γονείς που δεν συμφωνούν στον τρόπο διαχείρισης, διαφορετικές προσδοκίες για το παιδί ή μια περίοδος σημαντικών αλλαγών για ολόκληρη την οικογένεια. Η ίδια συμπεριφορά μπορεί, επομένως, να χρειάζεται διαφορετική διαχείριση ανάλογα με το παιδί και το οικογενειακό πλαίσιο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η συνεργασία μεταξύ των γονέων είναι ιδιαίτερα σημαντική. Όταν οι γονείς επικοινωνούν, συζητούν μεταξύ τους και προσπαθούν να διαμορφώσουν ένα κοινό πλαίσιο, το παιδί λαμβάνει ένα πιο σταθερό μήνυμα. Παράλληλα, μέσα από το παράδειγμα των γονέων μαθαίνει στην πράξη πώς να ακούει, να διαφωνεί, να διαπραγματεύεται και να σέβεται τον άλλον. Αξίζει να σημειωθεί ότι, η συμβουλευτική γονέων δεν αφορά μόνο οικογένειες που αντιμετωπίζουν «σοβαρές» δυσκολίες. Στην πραγματικότητα, μπορεί να αποτελέσει έναν πολύτιμο χώρο για κάθε γονιό που κάποια στιγμή αισθάνεται ότι χρειάζεται να σταματήσει, να καταλάβει τι συμβαίνει και να βρει έναν διαφορετικό τρόπο να ανταποκριθεί. Μέσα από τη συμβουλευτική, ο γονιός έχει τη δυνατότητα να μιλήσει χωρίς φόβο κριτικής, να κατανοήσει καλύτερα τις ανάγκες και τη συμπεριφορά του παιδιού, αλλά και να παρατηρήσει τον δικό του τρόπο αντίδρασης. Μπορεί να αναγνωρίσει τι ήδη λειτουργεί, τι τον δυσκολεύει και ποιες μικρές αλλαγές μπορούν να κάνουν την καθημερινότητα πιο λειτουργική. Ένα σημαντικό όφελος είναι η ενίσχυση της γονεϊκής αυτοπεποίθησης. Το να ζητήσει ένας γονιός βοήθεια δεν σημαίνει ότι απέτυχε στον ρόλο του. Αντίθετα, μπορεί να αποτελεί μια πράξη φροντίδας τόσο προς τον ίδιο όσο και προς την οικογένειά του. Η κατανόηση, η ενεργητική ακρόαση, η αποτελεσματικότερη επικοινωνία και η διαχείριση του γονεϊκού στρες μπορούν να βοηθήσουν τον γονιό να ανταποκρίνεται στις δύσκολες στιγμές με περισσότερη ψυχραιμία και συνέπεια. Τελικά, ίσως το ζητούμενο δεν είναι οι «τέλειοι γονείς». Είναι να μπορούμε να παραμένουμε διαθέσιμοι στη σχέση, ακόμη και όταν τα πράγματα δυσκολεύουν. Να ακούμε χωρίς να χάνουμε τα όριά μας και να θέτουμε όρια χωρίς να χάνουμε τη σύνδεση. Γιατί ένα παιδί χρειάζεται έναν γονιό που μπορεί να είναι σταθερός, διαθέσιμος, να αναγνωρίζει τα συναισθήματά του και να το βοηθά, βήμα βήμα, να μεγαλώνει μέσα σε ένα πλαίσιο ασφάλειας, εμπιστοσύνης και αγάπης. Η οριοθέτηση προσφέρει σε όλη την οικογένεια ένα σταθερό σημείο αναφοράς σεβασμού και αποδοχής. Και ίσως αυτή να είναι τελικά η απάντηση στο αρχικό μας ερώτημα: Μπορεί ένα όριο να μπει χωρίς να διαταραχθεί η σχέση μας με το παιδί; Ένα όριο μπορεί να δυναμώσει τη σχέση γονέα–παιδιού, όταν το παιδί νιώθει πως πίσω από αυτό υπάρχει ένας γονιός που παραμένει παρών, ακόμη κι όταν χρειάζεται να πει «όχι». Η συμβουλευτική γονέων μπορεί να σταθεί πολύτιμη σε αυτή τη διαδρομή, δίνοντας στον γονιό χώρο να κατανοήσει καλύτερα όσα συμβαίνουν στη σχέση με το παιδί του και να βρει τρόπους να ανταποκρίνεται στις δυσκολίες της καθημερινότητας με περισσότερη ψυχραιμία και σιγουριά. Άλλωστε, η σχέση γονέα–παιδιού δεν χτίζεται μόνο στις εύκολες στιγμές. Χτίζεται και στις μικρές, καθημερινές στιγμές, στις απαιτητικές ρουτίνες, στην επικοινωνία με σεβασμό, σε ένα συναίσθημα που βρίσκει χώρο να ακουστεί, αλλά και στην προσπάθεια του γονιού να παραμένει κοντά στο παιδί του, ακόμη κι όταν τα πράγματα δυσκολεύουν. Κλείνοντας, αυτό που χρειάζεται περισσότερο ένα παιδί δεν είναι έναν γονιό που τα κάνει όλα σωστά ή έχει πάντα τη λύση. Χρειάζεται έναν γονιό που είναι εκεί, που μαζί του μπορεί να μάθει, να δοκιμάσει, να κάνει λάθη και να ξαναπροσπαθήσει.
Τα όρια στα παιδιά είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορούμε να τους προσφέρουμε. Πολλοί γονείς φοβούνται ότι βάζοντας όρια στα παιδιά τους θα τα στενοχωρήσουν ή θα περιορίσουν την ελευθερία τους. Στην πραγματικότητα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Τα όρια αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της υγιούς ανάπτυξης ενός παιδιού. Τα παιδιά έχουν ανάγκη από σαφή, σταθερά και προβλέψιμα όρια, γιατί μέσα από αυτά νιώθουν ασφάλεια, οργανώνουν τον κόσμο γύρω τους και αναπτύσσουν σημαντικές δεξιότητες που θα τα συνοδεύουν σε όλη τους τη ζωή. Τι είναι όμως τα όρια; Τα όρια είναι οι ξεκάθαροι κανόνες και οι προσδοκίες που καθοδηγούν τη συμπεριφορά ενός παιδιού. Δεν αποτελούν τιμωρία, ούτε μέσο ελέγχου. Αντίθετα, λειτουργούν ως ένα ασφαλές πλαίσιο μέσα στο οποίο το παιδί μπορεί να παίξει και να δοκιμάσει τις δυνατότητές του, αποκτώντας παράλληλα αυτοπεποίθηση και ανεξαρτησία. Ένα παιδί που γνωρίζει τι επιτρέπεται και τι όχι αισθάνεται μεγαλύτερη ασφάλεια, ακόμη κι αν πολλές φορές αντιδρά. Η συνέπεια των ενηλίκων του δίνει το μήνυμα ότι υπάρχει ένας σταθερός κόσμος στον οποίο μπορεί να βασιστεί. Κατά τη νηπιακή και παιδική ηλικία ο εγκέφαλος αναπτύσσεται με ταχύτατους ρυθμούς. Οι δεξιότητες αυτοελέγχου, συγκέντρωσης, διαχείρισης συναισθημάτων και επίλυσης προβλημάτων δεν υπάρχουν έμφυτα, αλλά καλλιεργούνται μέσα από τις καθημερινές εμπειρίες της ζωής. Τα σταθερά όρια βοηθούν τα παιδιά να αναπτύξουν την αυτορρύθμιση και τον έλεγχο των παρορμήσεών τους, να διαχειρίζονται τα δυσάρεστα συναισθήματα όταν δεν μπορούν να έχουν πάντα αυτό που θέλουν, να καλλιεργήσουν υπευθυνότητα, να μάθουν να συνεργάζονται και να σέβονται τους άλλους, να αποκτήσουν αυτονομία και εμπιστοσύνη στις δυνατότητες τους. Μερικές συμβουλές για τη θέσπιση των ορίων είναι να: Χρησιμοποιούμε λίγα, σαφή και κατανοητά λόγια, να παραμένουμε ήρεμοι και σταθεροί, ακόμη και όταν το παιδί αντιδρά, να εφαρμόζουμε τον ίδιο κανόνα με συνέπεια, να αναγνωρίζουμε το συναίσθημα του παιδιού χωρίς να αλλάζουμε το όριο («Καταλαβαίνω ότι είσαι στεναχωρημένος, αλλά τώρα ήρθε η στιγμή να φύγουμε.»). Να επιβραβεύουμε τη συνεργασία και την προσπάθειά του. Στην εργοθεραπεία, η θέσπιση ορίων αποτελεί βασικό μέρος της θεραπευτικής διαδικασίας. Από την πρώτη κιόλας συνάντηση δημιουργείται ένα οργανωμένο και προβλέψιμο περιβάλλον, όπου το παιδί γνωρίζει τη δομή της συνεδρίας, τους κανόνες και τις προσδοκίες. Τα όρια εφαρμόζονται με συνέπεια, ηρεμία και σεβασμό στις ανάγκες του κάθε παιδιού, χωρίς αυστηρότητα ή τιμωρητική διάθεση. Ο εργοθεραπευτής χρησιμοποιεί σαφείς κανόνες και οδηγίες, οπτικά προγράμματα, συγκεκριμένες ρουτίνες και θετική ενίσχυση, προσαρμοσμένα πάντα στην ηλικία και τις ανάγκες του παιδιού. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, το παιδί μαθαίνει να ολοκληρώνει δραστηριότητες, να ακολουθεί οδηγίες, να διαχειρίζεται πιθανή απογοήτευση, να περιμένει τη σειρά του, να συνεργάζεται και να επιλύει δυσκολίες με λειτουργικό τρόπο. Παράλληλα, ο εργοθεραπευτής καθοδηγεί και υποστηρίζει τους γονείς ώστε να εφαρμόζονται με συνέπεια και στο σπίτι οι ίδιες αρχές και τα ίδια όρια, ενισχύοντας τη γενίκευση των δεξιοτήτων που κατακτιούνται στην καθημερινότητα. Η κοινή στάση όλων των ενηλίκων βοηθά το παιδί να γενικεύσει τις δεξιότητες που κατακτά στις συνεδρίες και στην καθημερινή του ζωή. Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι η αντίδραση του παιδιού δεν σημαίνει πως το όριο ήταν λανθασμένο. Είναι φυσιολογικό να θυμώνει, να απογοητεύεται ή να κλαίει όταν δεν γίνεται αυτό που θέλει. Ο ρόλος του ενήλικα είναι να παραμένει δίπλα του με ψυχραιμία, βοηθώντας το να διαχειριστεί το συναίσθημά του χωρίς να καταργεί το όριο. Το να λέμε «όχι», όταν χρειάζεται, δεν σημαίνει ότι στερούμε κάτι από τα παιδιά. Σημαίνει ότι τα βοηθάμε να μάθουν να ζουν με ασφάλεια, να σέβονται τον εαυτό τους και τους άλλους και να αποκτήσουν τα εφόδια που θα τα συνοδεύουν σε κάθε στάδιο της ανάπτυξής τους. Ας κατανοήσουμε ότι τα όρια που τίθενται με αγάπη, συνέπεια και σεβασμό δεν περιορίζουν τα παιδιά. Αντίθετα, τους προσφέρουν το πιο γερό θεμέλιο για να εξελιχθούν σε αυτόνομους, υπεύθυνους και ενήλικες.
Συμπερασματικά, αυτό που θέλουμε να σας μείνει είναι το εξής: βάλτε όρια στα παιδιά, το έχουν ανάγκη! Χωρίς τιμωρίες, μονάχα με συνέπειες! Αν είναι σαφή, σταθερά και δίκαια δεν περιορίζουν την ελευθερία, αντιθέτως δίνουμε το χώρο να αποκτήσουν αυτοπεποίθηση, ασφάλεια και συναισθηματική ισορροπία!